Aprilia Tuono 660 Factory 2026: 105 hp, Öhlins και βάρος 399 lb
Η Tuono 660 Factory διαφοροποιείται με πέντε επιπλέον ίππους, μεγαλύτερα σώματα ψεκασμού, Öhlins και πλούσια ηλεκτρονικά, αλλά ζητά συμβιβασμούς σε άνεση και απόκριση χαμηλά.

Η Aprilia Tuono 660 Factory του 2026 είναι μια ιδιαίτερα ικανή μεσαία naked, παράγωγη της RS 660 Factory και σχεδιασμένη να καλύπτει τόσο τη σπορ οδήγηση στον δρόμο όσο και τα περιστασιακά trackdays. Απέναντι στη βασική Tuono 660, η Factory προσθέτει πέντε ίππους, μεγαλύτερα σώματα ψεκασμού, επανασχεδιασμένους λαιμούς εξάτμισης και πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις Öhlins αντί των Kayaba. Το MSRP που αναφέρεται είναι 11.599 δολάρια.
Η δοκιμή του Cycle World περιλάμβανε χρήση στον δρόμο και στην πίστα. Ο reviewer πέτυχε προσωπικό καλύτερο χρόνο στο Chuckwalla Valley Raceway με μια εντελώς εργοστασιακή Tuono 660 Factory. Η συγκεκριμένη εμπειρία ανήκει στη δοκιμή του Cycle World και δεν αποτελεί μέτρηση του Athenian Rider. Παράλληλα, ο ίδιος ο reviewer δεν υποστηρίζει ότι απέδειξε ποια είναι συνολικά η καλύτερη μοτοσυκλέτα της κατηγορίας για το 2026.
Οι αλλαγές απέναντι στη βασική Tuono 660
Ο κινητήρας είναι δικύλινδρος εν σειρά 659 cc, με στρόφαλο 270 μοιρών, και μοιράζεται την πλατφόρμα του με τις Aprilia RS 660 και Tuareg 660. Πρόκειται για DOHC, υγρόψυκτο, οκταβάλβιδο μοτέρ με διάμετρο 81,0 mm, διαδρομή 63,9 mm και σχέση συμπίεσης 13,5:1. Η δηλωμένη μέγιστη ισχύς της Factory φτάνει τους 105 hp στις 10.400 rpm, ενώ η μέγιστη ροπή είναι 51,6 lb.-ft. στις 8.400 rpm.
Η τροφοδοσία γίνεται με ηλεκτρονικό ψεκασμό, ride-by-wire και σώματα ψεκασμού 52 mm, τα οποία είναι κατά 4 mm μεγαλύτερα από εκείνα της βασικής Tuono 660. Οι λαιμοί της εξάτμισης έχουν επίσης επανασχεδιαστεί. Η μετάδοση είναι εξατάχυτη και ο συμπλέκτης υγρός, πολύδισκος, με λειτουργία υποβοήθησης και ολίσθησης, μέσω συρματόσχοινου.
Σύμφωνα με την αξιολόγηση του Cycle World, ο κινητήρας διατηρεί αξιοποιήσιμη απόκριση στις χαμηλές στροφές, ώστε οι εκκινήσεις από στάση να είναι εύκολες, ενώ στη συνέχεια προσφέρει ισχυρό μεσαίο φάσμα και συνεχίζει να τραβά προς τον κόφτη. Το πάνω μέρος της απόδοσης είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στον αυτοκινητόδρομο και στις ευθείες της πίστας, ενώ το μεσαίο φάσμα δίνει άμεση αντίδραση σε δρόμους με συνεχείς στροφές. Ο reviewer βρήκε το μοτέρ ανταποδοτικό όταν το κρατά ψηλά, κοντά στον κόφτη, και σημείωσε ότι οι παλμοί του κινητήρα και ο ήχος της εξάτμισης έχουν χαρακτήρα μέσα στην πόλη.
Υπάρχει όμως περιθώριο βελτίωσης στην αρχική κίνηση του γκαζιού. Η δοκιμή καταγράφει καθυστέρηση και ασαφή τροφοδοσία στο πρώτο άνοιγμα, με αποτέλεσμα οι κινήσεις on/off σε χαμηλές ταχύτητες να μην είναι πάντοτε εύκολες στη διαχείριση. Σε σύγκριση με τον CP2 της Yamaha, η Tuono αντιδρά λιγότερο παιχνιδιάρικα στις πολύ χαμηλές στροφές. Ο reviewer αναφέρει επίσης αρκετές δύσκολες εκκινήσεις με ζεστό κινητήρα, έπειτα από σκληρή οδήγηση σε ζεστές ημέρες. Το στοιχείο αυτό δεν τεκμηριώνει βλάβη ή γενικευμένο πρόβλημα αξιοπιστίας.
Πλαίσιο και αναρτήσεις με έμφαση στη σπορ οδήγηση
Η μοτοσυκλέτα χρησιμοποιεί συμπαγές, ελαφρύ πλαίσιο twin-spar από αλουμίνιο, με τον κινητήρα ως φέρον στοιχείο, και ψαλίδι από χυτό αλουμίνιο, εδραζόμενο στον κινητήρα. Η αφηγηματική περιγραφή αναφέρει «twin-spar aluminium frame», ενώ ο πίνακας προδιαγραφών χρησιμοποιεί τον όρο «twin-spar aluminum half frame». Πρόκειται για ασυνέπεια ορολογίας στην παρεχόμενη ύλη και όχι για τεκμηρίωση δύο διαφορετικών πλαισίων. Το μεταξόνιο είναι 54,4 ίντσες, η γωνία κάστερ 24,3 μοίρες και το ίχνος 4,1 ίντσες.
Η βασική διαφορά του Factory βρίσκεται στις αναρτήσεις. Μπροστά τοποθετείται ανεστραμμένο πιρούνι Öhlins NIX30 43 mm, με ρυθμίσεις προφόρτισης ελατηρίου, επαναφοράς και συμπίεσης. Πίσω υπάρχει αμορτισέρ Öhlins STX46, επίσης με ρύθμιση προφόρτισης, επαναφοράς και συμπίεσης. Η γραφή NIX30 στο αφηγηματικό μέρος και NIX 30 στον πίνακα προδιαγραφών αναφέρονται στο ίδιο εξάρτημα. Έτσι, η Factory αντικαθιστά τα Kayaba της βασικής Tuono με πλήρως ρυθμιζόμενα εξαρτήματα Öhlins.
Στις καμπές, ο reviewer περιγράφει την Tuono ως σταθερή, ισορροπημένη και φυτεμένη. Οι αλλαγές κατεύθυνσης είναι άμεσες και ακριβείς, χωρίς υπερβολική ευαισθησία στο τιμόνι, ενώ ένιωσε ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στον εμπρός τροχό και το τιμόνι. Τα Pirelli Diablo Rosso IV της μοτοσυκλέτας δοκιμής διατηρούν πρόσφυση στις μεταβάσεις. Σε δρόμους με ροή, η ανάρτηση παραμένει σφιχτή και ελεγχόμενη στο άνω μέρος της διαδρομής. Στην πίστα, παρέμεινε σταθερή και διατήρησε αίσθηση και πρόσφυση υπό επιτάχυνση και έντονο φρενάρισμα.
Η ρύθμιση αυτή περιορίζει μέρος της άνεσης στην πόλη. Οι μικρές ανωμαλίες περνούν πιο έντονα, ειδικά όταν η ανάρτηση παραμένει σε ρυθμίσεις που ταιριάζουν στην πίστα. Τα ψηλά τοποθετημένα μαρσπιέ προσφέρουν απόσταση από το έδαφος για γρήγορη οδήγηση, χωρίς υπερβολικό σύρσιμο σκληρών εξαρτημάτων. Από την άλλη, το cockpit είναι πιο στενό από εκείνο άλλων standard μοτοσυκλετών που αναφέρει ο reviewer. Σε σχέση με την RS 660 Factory, η Tuono έχει ενιαίο τιμόνι και λιγότερα πλαστικά.
Φρένα, τροχοί και λόγος ισχύος προς βάρος
Το εμπρός σύστημα πέδησης χρησιμοποιεί δύο ακτινικά τοποθετημένες τετραπίστονες δαγκάνες Brembo και πλωτούς δίσκους 320 mm. Πίσω υπάρχει δαγκάνα δύο εμβόλων με δίσκο 220 mm και ABS. Η δοκιμή περιγράφει δυνατό αρχικό δάγκωμα και προοδευτική αύξηση της δύναμης πέδησης. Στην πίστα, ο reviewer μπόρεσε να φρενάρει δυνατά και αργά χωρίς fading, ενώ θεώρησε την επέμβαση του ABS ακριβή και περιορισμένη στις περιπτώσεις όπου ήταν απαραίτητη.
Οι χυτοί αλουμινένιοι τροχοί έχουν διαστάσεις 17 x 3,5 ίντσες μπροστά και 17 x 5,5 πίσω. Τα ελαστικά είναι 120/70-17 και 180/55-17. Το δηλωμένο υγρό βάρος είναι 399 lb, με αποτέλεσμα λόγο 3,8 lb ανά ίππο. Ο reviewer χαρακτηρίζει αυτή την αναλογία μία από τις καλύτερες στην κατηγορία των μεσαίων naked. Για σύγκριση, αναφέρονται 3,9 lb/hp για το KTM 790 Duke και 5,4 lb/hp για το Suzuki GSX-8S. Η απόσταση από το έδαφος καταγράφεται ως N/A στις παρεχόμενες προδιαγραφές.
a-PRC και ρυθμιζόμενα ηλεκτρονικά
Η Tuono 660 Factory διαθέτει το πακέτο Aprilia Performance Ride Control, ή a-PRC, το οποίο η Aprilia συνδέει με την αγωνιστική της εμπειρία στο MotoGP. Ο εξοπλισμός περιλαμβάνει πολλαπλά ride modes, επίπεδα traction control, ρυθμιζόμενο ABS και ρυθμιζόμενο engine braking. Υπάρχουν ακόμη wheelie control, launch control, cruise control και quickshifter δύο κατευθύνσεων. Οι πληροφορίες προβάλλονται σε έγχρωμη TFT οθόνη 5 ιντσών και οι διακόπτες είναι φωτιζόμενοι.
Ο reviewer χρησιμοποίησε κυρίως ένα custom ride mode με πλήρη ισχύ, το λιγότερο παρεμβατικό επίπεδο traction control, απενεργοποιημένο wheelie control και απενεργοποιημένο πίσω ABS. Η ανεξάρτητη ρύθμιση wheelie control και traction control επιτρέπει να παραμένει ενεργή η υποβοήθηση πρόσφυσης, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπεται η ανύψωση του εμπρός τροχού. Η δοκιμή αναφέρει ότι ο κινητήρας και τα ελαστικά ήταν αρκετά διαχειρίσιμα ώστε η ηλεκτρονική παρέμβαση να μπορεί γενικά να μειωθεί. Με γρήγορη χρήση συμπλέκτη, ο reviewer σημειώνει ότι wheelies είναι εφικτά με πρώτη, δεύτερη και τρίτη σχέση.
Η θέση της απέναντι στον ανταγωνισμό
Η κατηγορία των μεσαίων μοτοσυκλετών έχει επιλογές σχεδόν από κάθε κατασκευαστή και βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στην κοινή χρήση πλατφορμών, ώστε να περιορίζεται το κόστος και να αυξάνεται η ωριμότητα των μοντέλων. Στο ίδιο εύρος συναντώνται naked, supersport, retro και adventure προσεγγίσεις. Η Tuono χρησιμοποιεί τον μικρότερο κυβισμό απέναντι στους 689 cc του Yamaha CP2, τους 755 cc της Honda και τους 776 cc της Suzuki, όμως το άρθρο σημειώνει ότι αποδίδει τη μεγαλύτερη ισχύ μεταξύ των συγκεκριμένων κινητήρων. Η Triumph Trident 660 αναφέρεται ως η κοντινότερη σε δηλωμένη ισχύ, με 94 hp.
Στα μοντέλα με κινητήρες κάτω των 800 cc και παρόμοια ή χαμηλότερη τιμή αναφέρονται επίσης τα Honda Hornet 750, Suzuki GSX-8S, Yamaha MT-07, Kawasaki Z650, Triumph Trident 800 και KTM 790 Duke. Η Tuono 660 Factory τοποθετείται χαμηλότερα σε τιμή εισόδου από τα αναφερόμενα Ducati Monster+, Streetfighter V2 και Streetfighter V2 S. Και τα τρία Ducati αναφέρονται με κινητήρα 890 cc, ενώ τα MSRP τους είναι αντίστοιχα 14.995, 15.995 και 18.995 δολάρια.
Το πλεονέκτημα της Aprilia, όπως το αποτιμά ο reviewer, βρίσκεται στον συνδυασμό απόδοσης, εξοπλισμού, ρυθμιζόμενων εξαρτημάτων, χρηστικότητας και τιμής. Ο κινητήρας των 659 cc έχει μειονέκτημα κυβισμού απέναντι σε μεγαλύτερες μονάδες, όμως το χαμηλό βάρος, το πλαίσιο, οι αναρτήσεις Öhlins, τα φρένα και ο λόγος 3,8 lb/hp εξηγούν την ανταγωνιστική της συμπεριφορά σε δρόμους με στροφές και στην πίστα.
Η εικόνα δεν είναι χωρίς συμβιβασμούς: η αρχική απόκριση του γκαζιού μπορεί να είναι ασαφής σε χαμηλές ταχύτητες, οι εργοστασιακές ρυθμίσεις της ανάρτησης μειώνουν την άνεση πάνω από μικρές αστικές ανωμαλίες και το cockpit είναι πιο περιορισμένο από άλλες standard μοτοσυκλέτες. Για αναβάτες που δίνουν προτεραιότητα στις επιδόσεις, τον εξοπλισμό, το στιλ και τον ιταλικό χαρακτήρα, η Tuono 660 Factory αποτελεί ισχυρή πρόταση στη μεσαία κατηγορία. Η αξιολόγηση, ωστόσο, δεν τη χαρακτηρίζει αποδεδειγμένα ως την καλύτερη επιλογή συνολικά για το 2026.
Η ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Πηγές
Κάτι χρειάζεται διόρθωση; Επικοινώνησε με τη σύνταξη ↗