Η Honda CB1000F του 2026 φτάνει στις αντιπροσωπείες των ΗΠΑ, ενώ μπορεί ήδη να βρίσκεται σε ορισμένες από αυτές. Η τιμή λιανικής στις ΗΠΑ είναι 10.599 δολάρια, δηλαδή 2.300 δολάρια χαμηλότερα από την Kawasaki Z900RS ABS και 400 δολάρια χαμηλότερα από την CB1000 Hornet SP, στην οποία βασίζεται σύμφωνα με το άρθρο. Η βασική διαφορά δεν είναι μόνο οικονομική: η CB1000F αφήνει την εμφάνιση streetfighter της Hornet για μια ρετρό σχεδίαση που παραπέμπει στις ιαπωνικές μοτοσυκλέτες γενικής χρήσης και τα proto-sportbikes των τελών της δεκαετίας του 1970 και των αρχών της δεκαετίας του 1980.

Από τις CB-F του 1979 στη νέα CB1000F

Η σχεδίαση της νέας Honda είναι άμεσα εμπνευσμένη από τις CB750F και CB900F του 1979, τα μοντέλα που ακολούθησαν την αρχική CB750. Τα γραφικά της θυμίζουν επίσης έντονα την αγωνιστική CB-F του Freddie Spencer, η οποία είχε αυξηθεί σε διάμετρο και διαδρομή ώστε να φτάσει τα 1.023 cc. Η ιστορική αναφορά έχει και αγωνιστικό υπόβαθρο: η αρχική CB750 είχε αρχίσει να υστερεί σε όρους επιδόσεων απέναντι στη Suzuki GS750, γεγονός που συνδέεται με την εξέλιξη της CB750F.

Η παραγωγή της αρχικής οικογένειας CB-F σταμάτησε μετά το 1983, όταν η Honda παρουσίασε τη VF750 Interceptor, ένα μοντέλο που γενικά θεωρείται ένα από τα πρώτα αληθινά sportbikes. Οι τροποποιημένες CB-F που οδηγούσε ο Spencer πριν από την Grand Prix καριέρα του περιγράφονται ως μοτοσυκλέτες με εύκαμπτο πλαίσιο και άλλες τεχνικές δυσκολίες όταν μετατρέπονταν για αγωνιστική χρήση. Η CB1000F κρατά την αισθητική και την πολιτιστική αναφορά εκείνης της εποχής, αλλά τη συνδυάζει με σύγχρονο πλαίσιο, κινητήρα και συστήματα υποβοήθησης αναβάτη.

Κινητήρας με έμφαση στη μεσαία περιοχή

Η CB1000F χρησιμοποιεί μια εκδοχή του υγρόψυκτου DOHC τετρακύλινδρου σε σειρά κινητήρα της Hornet, ο οποίος προέρχεται από τον κινητήρα της Honda CBR1000RR του 2017. Ο κυβισμός είναι 1.000 cc, με τέσσερις βαλβίδες ανά κύλινδρο, διάμετρο και διαδρομή 76,0 x 55,1 mm και σχέση συμπίεσης 11,7:1. Η τροφοδοσία γίνεται με ηλεκτρονικό ψεκασμό PGM-FI και σώματα πεταλούδας 44 mm, ενώ υπάρχουν ηλεκτρονική ανάφλεξη, ride-by-wire και υγρός πολύδισκος συμπλέκτης.

Η Honda δεν είχε δημοσιεύσει επίσημα στοιχεία ισχύος και ροπής όταν γράφτηκε το άρθρο. Ο Ben Purvis αναφέρει 122 hp, με τη μέγιστη ισχύ να έρχεται 2.000 rpm χαμηλότερα από την κορυφή των 11.000 rpm της Hornet SP, η οποία αναφέρεται με 155 hp. Για τη ροπή αναφέρονται 76 ft.-lb. στις 8.000 rpm, ενώ η Hornet SP δίνει 77 ft.-lb. σε 1.000 rpm υψηλότερα. Οι συγκεκριμένες τιμές πρέπει επομένως να παραμένουν αποδιδόμενες στον Ben Purvis και όχι να παρουσιάζονται ως επίσημα εργοστασιακά στοιχεία της Honda.

Ο στόχος της Honda ήταν ισχυρότερη απόδοση στη μεσαία περιοχή και πιο ευχάριστη, ισορροπημένη λειτουργία σε όλο το εύρος στροφών. Για αυτό αναθεωρήθηκαν οι εκκεντροφόροι, ώστε να αλλάξει ο χρονισμός των βαλβίδων εισαγωγής και εξαγωγής. Η χοάνη εισαγωγής είναι κατά 50 mm μακρύτερη και κατά 4 mm μικρότερη σε διάμετρο από την προηγούμενη σχεδίαση. Χρησιμοποιούνται δύο διαφορετικές διάμετροι εισαγωγής, με στόχο παλλόμενο ήχο εισαγωγής καθώς ανοίγει το γκάζι, ενώ η εξάτμιση 4-2-1 έχει ρυθμιστεί, σύμφωνα με τη Honda, για έντονο ήχο από τις χαμηλές στροφές έως τη μεσαία περιοχή.

Το κιβώτιο έχει έξι σχέσεις και μετάδοση με αλυσίδα. Οι πρώτες και δεύτερες σχέσεις είναι κοντύτερες για καλύτερη επιτάχυνση, ενώ από την τρίτη έως την έκτη χρησιμοποιούνται μακρύτερες σχέσεις, ώστε να μειώνονται οι στροφές του κινητήρα και να υποστηρίζεται πιο χαλαρή πορεία.

Πλαίσιο, αναρτήσεις και φρένα

Η CB1000F χρησιμοποιεί το twin-spar πλαίσιο της Hornet, σε διάταξη τύπου diamond. Το υποπλαίσιο είναι πιο άκαμπτο και προορίζεται να υποστηρίζει πιο ευρύχωρη διαμόρφωση για τον συνεπιβάτη. Η αφήγηση για το πλαίσιο αναφέρει ότι η CB1000F χρησιμοποιεί τα εξαρτήματα αναρτήσεων και φρένων της βασικής Hornet, η οποία δεν πωλείται στις ΗΠΑ. Σε σύγκριση με την Hornet SP, όμως, αναφέρονται δαγκάνες Nissin αντί για Brembo Stylema και αμορτισέρ Showa αντί για Öhlins. Και οι δύο μοτοσυκλέτες χρησιμοποιούν ανεστραμμένο πιρούνι Showa SFF-BP 41 mm.

Ο πίνακας προδιαγραφών καταγράφει πλήρως ρυθμιζόμενο πιρούνι Showa SFF-BP 41 mm με διαδρομή 5,1 ίντσες και πίσω αμορτισέρ Showa Pro-Link, ρυθμιζόμενο ως προς την προφόρτιση και την επαναφορά, με διαδρομή 5,5 ίντσες. Η ασυμφωνία ορολογίας ανάμεσα στην περιγραφή των εξαρτημάτων ως αντίστοιχων της βασικής Hornet και στον ανεξάρτητο πίνακα δεν επιτρέπει να θεωρηθούν απολύτως ταυτόσημες οι προδιαγραφές χωρίς επιπλέον διευκρίνιση.

Το εμπρός σύστημα πέδησης έχει ακτινικά τοποθετημένες τετραπίστονες δαγκάνες Nissin και δύο δίσκους 310 mm, με ABS ευαίσθητο στη γωνία κλίσης. Πίσω υπάρχει μονοπίστονη δαγκάνα με δίσκο 240 mm και cornering ABS. Οι τροχοί είναι χυτοί από κράμα. Οι διαστάσεις των ελαστικών είναι 120/70ZR17 εμπρός και 180/55ZR17 πίσω.

Ηλεκτρονικά και βασικές διαστάσεις

Τα ηλεκτρονικά διαχειρίζονται μέσω IMU έξι αξόνων. Υπάρχουν τρία προκαθορισμένα προγράμματα οδήγησης —Standard, Rain και Sport— καθώς και δύο παραμετροποιήσιμα. Στα τελευταία ρυθμίζονται η απόκριση ισχύος, το φρένο κινητήρα και η επέμβαση του traction control. Ο εξοπλισμός περιλαμβάνει οθόνη TFT πέντε ιντσών με συνδεσιμότητα smartphone, φωτισμό LED και keyless ignition.

Η σέλα βρίσκεται στις 31,3 ίντσες, το δηλωμένο βάρος χωρίς καύσιμο είναι 472 lb και το ρεζερβουάρ χωρά 4,2 gallons. Το μεταξόνιο είναι 57,2 ίντσες, η απόσταση από το έδαφος 5,3 ίντσες, η γωνία κάστερ 25,0 μοίρες και το trail 3,9 ίντσες. Η Honda αναφέρει κινητήρα και ηλεκτρονικά σύγχρονα, αλλά η σχεδίαση επιχειρεί να απευθυνθεί ευρύτερα από ένα μοντέλο που βασίζεται αποκλειστικά στη νοσταλγία. Η CB1000F προτείνεται έτσι ως ρετρό εναλλακτική για αναβάτες που αναζητούν μια κομψή universal Japanese motorcycle, με την απόδοση και τα rider aids μιας σύγχρονης μοτοσυκλέτας.